ἀελλόπους

ἀελλόπους
ᾰελλόπους
1 storm footed

ἀελλοπόδων ἵππων N. 1.6

, fr. 221. 1. fig. “δίφρους ἀελλόποδας.” P. 4.18

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αελλόπους — ἀελλόπους ( ποδος), ο, η (Α) βλ. αελλόπος …   Dictionary of Greek

  • Ἀελλόπους — fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελλόπους — ἀελλόπος masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλοπόδεσσιν — Ἀελλόπους fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλοπόδων — Ἀελλόπους fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόποδα — Ἀελλόπους fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόποδας — Ἀελλόπους fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόποδες — Ἀελλόπους fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόποδι — Ἀελλόπους fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόποδος — Ἀελλόπους fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀελλόπουν — Ἀελλόπους fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”